σημειοσκόπος

ὁ, Α
αυτός που εξετάζει και ερμηνεύει τα σημεία, οιωνοσκόπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σημεῖον + -σκόπος (< σκοπός < σκέπτομαι), πρβλ. οιωνο-σκόπος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημειοσκόπων — σημειοσκόπος one who observes omens masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -σκόπος — β συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο ουσ. σκοπός (< σκέπτομαι) και δηλώνει αυτόν που σκέπτεται, που παρατηρεί, που εξετάζει, που μελετά ή ερευνά. Τα συνθ. σε σκοπος απαντούν ως… …   Dictionary of Greek

  • σημειοσκοπία — ἡ, Μ [σημειοσκόπος] η εξέταση τών σημείων τού μέλλοντος, τών οιωνών, η μαντική …   Dictionary of Greek

  • σημειοσκοπούμαι — έομαι, Α [σημειοσκόπος] μαντεύω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.